O Αγωγιάτης της Σταφίδας, του Λαδιού και των ξινών, γράφει η Γιάννα.

O Αγωγιάτης της Σταφίδας, του Λαδιού και των ξινών, γράφει η Γιάννα.

Ο Αγωγιάτης είναι σήμερα με λίγα λόγια ο φορτηγατζής. Φυσικά είναι επικίνδυνο να ταυτίσουμε ακριβώς τον αγωγιάτη με τον φορτηγατζή για πολλούς λόγους. Ο φορτηγατζής φορτώνει λόγω των μεγάλων ποσοτήτων το εμπόρευμα με εργάτες ή γερανούς. Ο καημένος ο αγωγιάτης είχε τον εαυτό του, το ζώο του και αν θες και το σκύλο του.

Μετέφερε τη σοδιά του γείτονα, το λάδι, τη σταφίδα, τα ξινά όπως έλεγαν τα λεμονοπορτόκαλα. Έτσι, αν κάποιος είχε μια καλή παραγωγή φώναζε τους κατοίκους του χωριού ή/και των διπλανών χωριών να πάνε με διπλή αμοιβή μάλιστα, να μεταφέρουν τη σταφίδα στις αποθήκες του ΑΣΟ, τα σταφύλια στην ΑΕΟΠ (εταιρεία οινοπνευματωδών ποτών).

Είχα την τύχη μικρός να παρακολουθήσω εκτός από τον πατέρα μου που έκανε τον αγωγιάτη στον μπάρμπα μου το Γιαννάκο, τα καραβάνια που περνούσαν από το χωριό μου. Έρχονταν σχεδόν από τα περισσότερα χωριά της Βουφράδας, Βλαχόπουλο, Κρεμμύδια, Καραμανώλη κτλ και κατευθυνόντουσαν προς τη Γιάλοβα που ήταν οι αποθήκες.

Φορτωμένο το άλογο από του Βλαχόπουλου με δύο σακιά σταφίδα, πίσω με τη λούρα ή τη βίτσα ο αγωγιάτης φώναζε: Άντε… ντέεϊ!
Έριχνε μια στα καπούλια του αλόγου και σκούπισμα του κούτελου να φύγει και ο τελευταίος ιδρώτας.
Αν είχε κέφια έπιανε και κανένα τραγούδι:
«Σήκω Διαμάντω να σε παντρέψω…».

Έφτανε στη Γιάλοβα και ξεφόρτωνε. Έτρωγε κάποιο κομμάτι ψωμί, έπινε και καμιά ποτηριά δίπλα στην ιστορική ταβέρνα της Βασίλως. Αλήθεια είναι ιστορική γιατί η Βασίλω καθυστέρησε τους γερμανούς να πάνε στη Χώρα Τριφυλλίας. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στους δικούς μας και τους πετσοκόψανε στη στροφή προς την Αγορέλισσα.

Εάν ο αγωγιάτης δεν είχε λεφτά περνούσε από κανά συγγενή ή μελλούμενο κουμπάρο και ρούφαγε βιαστικά το ποτηράκι να μη τον βλέπει το αφεντικό ή για να κερδίσει χρόνο. Αν προλάβαινε την ίδια μέρα έπαιρνε και άλλο μεροκάματο. Αν ήταν κοντά στις αποθήκες έπαιρνε πολλά δρομολόγια αλλά με λιγότερα λεφτά. Περνούσε και από το μαγαζί του Σαλβάρα στου Σχοινόλακα, έπαιρνε ένα δίφραγκο τσιγάρα από την κούτα του Καρέλια που είχε ογδόντα τσιγάρα μέσα.

Αν καμιά φορά γλιστρούσε το άλογο και ο αγωγιάτης μετέφερε σταφύλια, εμείς τρίβαμε από τη χαρά μας τα χέρια μας γιατί θα έπεφτε κάποιο τσαμπί ή ρόγα να φάμε. Στην οικογένεια τρυγούσαμε πιο νωρίς τις σταφίδες και τα αμπέλια γιατί είναι φτενόματα. Είναι και το κλήμα πιο γλυκό, η θάλασσα γλυκαίνει πιο γρήγορα τους καρπούς.

Άλλες φορές ο αγωγιάτης κουβαλούσε την παραγωγή του άλλου με το κάρο ή τον αραμπά. Μιλάμε πάντα για να πάρει αμοιβή. Υπήρχε και ξέλαση (προσφορά από τους συντοπίτες) σε αυτές τις δουλειές. Επίσης γινόντουσαν και δανεικαριές.

Αγωγιάτης το 1960 με μηχανή

Η δυστυχία η μεγάλη ήταν άμα ψόφαγε κανένα άλογο. Τότε ο ιδιοκτήτης και η οικογένειά του ντυνόντουσαν στα μαύρα. Έτσι πολλοί έκαναν έρανο να ενισχύσουν την πληγείσα οικογένεια. Για να προλάβουν το κακό οι νοικοκυραίοι έπαιρναν για τα σπίτια τους φοράδες και τις έβαζαν να γεννήσουν. Άλλοι πιο ευκατάστατοι είχαν και δεύτερο άλογο. Είχαν το καλό άλογο για όλες τις δουλειές και για τα πανηγύρια και είχαν και το μονό ή λοβό για τις δεύτερες και ασήμαντες εργασίες. Τούτο ήταν σπάνιο γιατί το δεύτερο άλογο θέλει και σταύλο, άχυρο για το χειμώνα κτλ.

Το αγώγι λέγανε ξυπνάει τον αγωγιάτη.
Αν δηλαδή ο αγωγιάτης πληρωνόταν καλά ξύπναγε από τα χαράματα.
Αν δεν πληρωνόταν καλά όλο προσποιήσεις ήταν. Έτσι βγήκε και η παροιμία:
Μια ο Γιάννης δε μπορεί, μια ο τέτοιος του πονεί.

Έτσι λοιπόν, ο νταλικιέρης της εποχής στο χωριό λεγόταν αγωγιάτης. Ήταν εκείνος που είχε το κάρο ή τον αραμπά ή τη σούστα. Κομβόι λέγεται σήμερα το καραβάνι της εποχής. Οι καμηλιέρηδες της παλιάς εποχής μετέφεραν και τα προικιά της νύφης, φυσικά χωρίς αμοιβή, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.


Ν.Π Πασαγιώτη. Το «Χαρακοπιό», Έκδοση 1975.
«Καραβάνια από άλογα και μουλάρια με παραγιούς και κρικόνια και αφεντάδες οργανωμένοι στο ίδιο σινάφι κουβαλούσαν εμπορεύματα απ΄ άκρη σ’ άκρη στο Μοριά και έξω από αυτόν και στη Θεσσαλία ακόμα. Οι Τούρκοι με μπουγιουρντί και οι Ενετοί με τα ειδικά διατάγματα υποστήριζαν την τάξη των αγωγιατών και έδειξαν ενδιαφέρον για τη φρούρηση της από τους ληστές, γιατί έτσι είχαν κέρδη από τους φόρους. Με τη σειρά τους οι πρωταγωγιάτες «Κυραντζήδες», διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με κλεφταρματωλούς.

Έτσι και οι δύο έκανα καλά τη δουλειά τους. Οι πρώτοι περνούσαν άφοβα τις βίγλες και κλεισούρες και οι Καπεταναίοι να προμηθεύονται τ’ απαραίτητα του πολέμου και ακόμα και καλές πληροφορίες. Τα καραβάνια αυτά έπαιζαν το ρόλο του ταχυδρόμου για εμπορικές και δημόσιες επιστολές. Τον Ταχυδρομικό σάκο από Μεσσήνη έως Κορώνη μέχρι το 1933 κουβαλούσε αγωγιάτης. Για να ακούγεται αυτός (ο ταχυδρομικός αγωγιάτης) στο λαιμό του είχε κρεμάσει ένα μεγάλο κουδούνι – Σήμαντρο Ταχυδρόμου.»


Απόσπασμα από το βιβλίο του πατέρα μου και λαογράφου Κώστα Γ. Μπαλαφούτη
Παραδοσιακά Επαγγέλματα και Συνήθειες, Έκδοση Δ. Πύλος 2008.

Gianna Balafouti

Η Γιάννα γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε γραφιστική επικοινωνία και έχει μεταπτυχιακό τίτλο στην εκπαίδευση ενηλίκων. Εργάστηκε 12 χρόνια στο ψηφιακό μάρκετινγκ και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην παραγωγή καινοτόμων εδεσμάτων για 11 χρόνια. Είναι καθηγήτρια γαστρονομίας και διδάσκει μαγειρική ιδέα και ανάπτυξη προϊόντος. Ο κόσμος της κινείται συνεχώς γύρω από τη μονάκριβη Νεφέλη.

Αφήστε μια απάντηση