Παραδοσιακά Επαγγέλματα και Συνήθειες: Ο Νερουλάς του Χολαργού, γράφει η Γιάννα

Παραδοσιακά Επαγγέλματα και Συνήθειες: Ο Νερουλάς του Χολαργού, γράφει η Γιάννα

Ο ΝΕΡΟΥΛΑΣ ήταν ένας μεροκαματιάρης άνθρωπος που έβγαζε το ψωμί του πουλώντας νερά στα σπίτια.

Ο Νερουλάς της εποχής. Φωτογραφία από το βιβλίο «Παραδοσιακά Επαγγέλματα και Συνήθειες»

Όταν το 1960 ανέβηκα στην Αθήνα για σπουδές έμεινα στο Χολαργό που εκείνη την εποχή υπήρχαν μόνο δύο διώροφα σπίτια. Όλα τα άλλα ήσαν ισόγεια με μία ή δύο κάμαρες και μία τουαλέτα στην άκρη του οικοπέδου. Τα υδραγωγεία δεν είχαν πάει σε όλες τις γειτονιές νερό, έτσι οι νερουλάδες με τα βυτία τους περνούσαν από τους δρόμους και πουλούσαν νερό στα σπίτια. Όταν η Κοινότητα έφτιαξε το υδραγωγείο και κάθε σπίτι συνδεόταν με το δίκτυο, έκλεινε και μία πόρτα για το νερουλά.

Ο νερουλάς αγόραζε το νερό από κοινοτικό κρουνό και πλήρωνε με το κυβικό. Στα σπίτια το πουλούσε μία δεκάρα τον τενεκέ. Εκείνη την εποχή και με αυτές τις συνθήκες, ένα σπίτι για να τα βγάλει πέρα χρειαζόταν τουλάχιστον δέκα τενεκέδες την ημέρα. Ένας τενεκές για πόσιμο νερό, ένας για πλύσιμο από τη νιφτήρα, ένας για την τουαλέτα, ένα για μαγείρεμα, ένας για πλύσιμο ρούχων, ένας για πότισμα των λουλουδιών και άλλους για γενική χρήση. Εάν είχε και φιλοξενούμενους τότε η κατανάλωση ήταν μεγαλύτερη. Φυσικά το καλοκαίρι όλοι χρειάζονταν πολύ νερό.

Είχα την τύχη να μένω σε ένα γωνιακό σπίτι στον Άνω Χολαργό. Στη γωνία του σπιτιού υπήρχε κοινοτικός κρουνός όπου ο σπιτονοικοκύρης μου είχε αναλάβει να πουλάει νερό στους νερουλάδες, έτσι τις ελεύθερες ώρες μου πουλούσα νερό.

Ερχόταν ο μπάρμπα Μήτσος με ένα βυτίο που το έσερναν δύο άλογα.  Θυμάμαι κάποια φορά που το ένα άλογο αφήνιασε και έκανε πίσω με αποτέλεσμα η ρόδα του κάρου να σπάσει το σωλήνα και το νερό να χύνεται άφθονο στο δρόμο. Αλαφιασμένος ο σπιτονοικοκύρης μου έβαλε τις φωνές: «Με έκαψες! Συμφορά!», μου είπε. Έτρεξα στο υπόγειο και πήρα το ταυ (Τ) το κλειδί και πήγα γρήγορα στη γούβα που ήταν ο διακόπτης. Τον έκλεισα κι έτσι σταμάτησε να χάνεται το νερό της εταιρείας υδάτων ΟΥΛΕΝ. Ώσπου να έρθει ο υδραυλικός να επισκευάσει τον σωλήνα ο μισός Χολαργός γκάνιαξε από τη δίψα.

Το μεροκάματο ήταν καλό. Αν έβγαζε τότε 100-150 δραχμές την ημέρα ήταν ικανοποιημένος, ενώ το μεροκάματο του εργάτη δεν ξεπερνούσε τις 60 δραχμές. Ο σπιτονοικοκύρης μου και οι νερουλάδες έκαναν χρυσές δουλειές.

Πολλοί ιδιοκτήτες συμβούλευαν τα παιδιά τους να κάνουν οικονομία και να μην «καίνε» πολύ νερό γιατί τους κόστιζε ακριβά.

Όταν κατέβηκα στο χωριό μου πιάσαμε μία συζήτηση στο καφενείο με τους συγχωριανούς μου. Τους έλεγα ότι ο σπιτονοικοκύρης μου βγάζει πολλά λεφτά από το νερό και αυτοί γελούσαν γιατί τους φαινόταν υποτιμητικό. Την ίδια περίοδο στο χωριό πήγαιναν ένα χιλιόμετρο μακριά για να πάρουν από τη βρύση νερό με τα νεροβάρελα, τις βίκες και ότι άλλο δοχείο είχαν διαθέσιμο.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Παραδοσιακά Επαγγέλματα και Συνήθειες», Κώστας Γ. Μπαλαφούτης.


Παραδοσιακά Επαγγέλματα που χάνονται

 

Gianna Balafouti

Η Γιάννα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε γραφιστική επικοινωνία. Εργάστηκε 12 χρόνια στο μάρκετινγκ νεών τεχνολογιών και τα τελευταία 10 χρόνια παράγει καινοτόμα εδέσματα. Διδάσκει "Μαγειρικό Κόνσεπτ και Δημιουργία Προϊόντος" στο Μητροπολιτικό κολλέγιο. Ο κόσμος της κινείται συνεχώς γύρω από τη μονάκριβη Νεφέλη.

Αφήστε μια απάντηση

Close Menu