Ματς ή γαλατερό από την Άνδρο, γράφει η Γιάννα.

Ήμουν τυχερή που πέρασα πολλά χρόνια  με τους δύο παππούδες και τις δύο γιαγιάδες γιατί έζησα μαζί τους στιγμές που έμοιαζαν συνηθισμένες αλλά αποδείχθηκε στην πορεία ότι ήταν σπάνιες και πολύτιμες. Και αυτό το συνειδητοποιώ μέρα με τη μέρα καθώς μεγαλώνω γιατί το συναντώ σε απλά θέματα, σε μία εκδρομή, σε μία παρέα,σε μία κουβέντα. Να! Έτσι το έπαθα και τις προάλλες σε μια κουβέντα που είχα με την Κατερίνα Ρεμούνδου που μαγειρεύει στου ΖοζέφΜια ερώτησή της ήταν αρκετή για να αλλάξει το πρόγραμμα όλης της εβδομάδας. – «Το ματς το θυμάσαι; Το γνωρίζεις;«.

– «Όχι, δεν το γνωρίζω«, βιάστηκα να απαντήσω.
Στον Πιτροφό άνοιγαν φύλλο και τα κομματάκια που περίσσευαν τα έβραζαν στο γάλα. Μεγάλα κομμάτια, σαν μακριές χυλοπίτες, σε μέγεθος όπως οι ταλιατέλες«, μου εξήγησε.

Ρώτησα την αδερφή μου αν το θυμάται και μου απάντησε: «Α, ναι! Έτσι λεγόταν αυτό που έτρωγε η παππούς τα βράδια; ” και με μία της κουβέντα ξύπνησαν όλες τις εικόνες που ήταν κρυμμένες στο μυαλό.

Η κουζίνα μύριζε ζεστό γάλα. Η γιαγιά με την ποδιά δεμένη στη μέση στεκόταν πάνω από την κατσαρόλα που έβραζαν οι χυλοπίτες. Ο παππούς με τις πυτζάμες, λίγο πριν ξαπλώσει για βράδυ έτρωγε ένα τέτοιο πιάτο, ρούφαγε όσο ζουμί είχε απομείνει και μετά έπαιρνε τα χάπια του. Ακριβώς έτσι.

Ρώτησα την μητέρα μου αν το θυμάται και μου απάντησε: «Το ματς δε θυμάμαι; Αφού μας το έφτιαχνε η γιαγιά για πρωινό. Του παππού του άρεσε το βράδυ«. Εκεί έκανα το λάθος να τη ρωτήσω αν το μαγείρευε λόγω φτώχειας και μου απάντησε αναστατωμένη: «Ποιά φτώχεια; Είχαμε εμείς φτώχεια στο φαγητό; Επειδή ήταν θρεπτικό μας το έφτιαχνε«.

Ρώτησα τη θεία μου αν το θυμάται και μου απάντησε: «Άλλοι έφτιαχναν ένα απλό ζυμαράκι με αλεύρι και νερό, το ίσιωναν με τα χέρια και το έκοβαν μπουκίτσες. Άλλοι το έκοβαν σε ακανόνιστα σχήματα, παραλληλόγραμμα. Άλλοι το έφτιαχναν με σιμιγδάλι. Άλλοι έβραζαν μακριές χυλοπίτες. Όλοι πρόσθεταν στο τέλος μια κουταλιά γλίνα«.

Στο βιβλίο «Του Ανέμου & της Αρμύρας” βρήκα τη σωστή περιγραφή:

Ματς ή γαλατερό είναι είδος μακριού λαζανιού, σαν ταλιατέλα, το οποίο βράζει σε γάλα αραιωμένο με λίγο νερό και αρωματισμένο με φρέσκο βούτυρο. Το αποτέλεσμα είναι μια σούπα αρκετά πηχτή.

Αυτή η βελούδινη υφή της κρέμας με τη γαλατερή γεύση που δένει τα λεπτά ζυμαράκια μαγειρεύεται μόνο με 5 υλικά από αυτά που δε λείπουν ακόμη και σήμερα ποτέ από κανένα νοικοκυριό. Αλεύρι, νερό, αλάτι, γάλα, βούτυρο.
Το έφτιαξα για μεσημέρι με ότι υλικά είχα εύκαιρα και χοροπήδαγα από τη χαρά μου. Αφενός γιατί τα κατάφερα αφετέρου γιατί δεν έμεινε ούτε μια μερίδα αφού φάγαμε όλοι στο σπίτι. Και θα ξαναφτιάξω γιατί μας άρεσε. Κρατήστε κι εσείς τη συνταγή.

Υλικά για το ζυμαράκι, για 4 μερίδες

– 500γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
– 250γρ. νερό
– 1 κ.γ. αλάτι

Υλικά για την σούπα

– 300γρ. νερό
– 600γρ. γάλα πλήρες αγελαδινό
– 1 κ.σ. βούτυρο φρέσκο

Εκτέλεση

Σε μία λεκάνη κοσκινίζουμε το αλεύρι κάνουμε με τα χέρια μια γούβα και ρίχνουμε σταδιακά το νερό στο οποίο έχουμε διαλύσει το αλάτι. Ζυμώνουμε μέχρι να δημιουργηθεί ένα όμορφο ζυμαράκι.

Photo: Γιάννα Μπαλαφούτη

Το αφήνουμε περίπου 20′ λεπτά. Αλευρώνουμε την επιφάνεια εργασίας και ανοίγουμε το ζυμάρι με πλάστη μέχρι να γίνει μια λεπτή ζύμη. Κόβουμε σε μικρές μακριές και φαρδιές λωρίδες.

Photo: Γιάννα Μπαλαφούτη

Σε μια κατσαρόλα, σε μέτρια φωτιά ρίχνω το νερό και μόλις βράσει προσθέτω τα ζυμαρικά, συμπληρώνω με γάλα μέχρι να καλυφθούν. Ανακατεύω απαλά για να  μην κολλήσουν  στον πάτο και αφήνω να βράσει. Δεν απομακρύνομαι γιατί το γάλα φουσκώνει απότομα και μπορεί να ξεχειλίσει. Αφαιρώ τον αφρό και χαμηλώνω τη θερμοκρασία μέχρι να δω ότι αρχίζει να πήζει το γάλα. Προσθέτω μια κουταλιά βούτυρο και σβήνω την εστία.

Σερβίρεται όπως είναι ζεστό.  Εμείς προσθέσαμε μαύρο πιπέρι και τριμμένο λαδοτύρι.

Αν βρεθείτε χειμώνα στην Άνδρο, το ματς θα το απολαύσετε στο παραδοσιακό Καφενείο του Ζοζέφ στον Πιτροφό
μαγειρεμένο με το μεράκι της Κατερίνα Ρεμούνδου.
Τηλέφωνο Κρατήσεων: 22820 51050


Άλλες συνταγές από την Άνδρο

 

Η Γιάννα γεννήθηκε στην Αθήνα, τελείωσε το σχολείο στην Καλαμάτα και σπούδασε γραφιστική με την οποία δεν ασχολήθηκε ποτέ. Δηλαδή περίπου ποτέ γιατί εργάστηκε 12 χρόνια στην παραγωγή νέων τεχνολογιών όπου ξαφνικά "το γύρισε" σε παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων. Ζει και αναπνέει για τη μονάκριβη Νεφέλη.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *