Κόκκινο – όπως Ferrari, γράφει ο Δημήτρης.

Κόκκινο – όπως Ferrari, γράφει ο Δημήτρης.

Ήταν κόκκινη. Φυσικά. 308 GTB.

H πρώτη μας γνωριμία έγινε το 1975.  Ήμουν 15 χρονών. Η σχέση μας ήταν πλατωνική τότε. Την γνώρισα από φωτογραφίες. Σε ένα περιοδικό. Τους 4Τροχούς. Ένα περιοδικό με το οποίο ανδρώθηκε ένα μεγάλο μέρος της γενιάς μου, μια που τότε δεν ήταν απλά ένα περιοδικό για αυτοκίνητα, ήταν ένα περιοδικό για στάση ζωής.

Την ερωτεύτηκα. Παράφορα. Τα σημάδια της επερχόμενης πτώχευσης του πατέρα μου ήταν ορατά ακόμα και σε εμένα στην ηλικία των δεκαπέντε, παρότι οι γονείς μου προσπαθούσαν να το κρύψουν, οπότε δεν προσδοκούσα στην οικονομική ευμάρεια της οικογένειας για να την αποκτήσω. Είπα στον εαυτό μου: « Ότι και να γίνει, μέχρι να γίνεις 40 χρονών θα έχεις αποκτήσει μια τέτοια – κόκκινη». Σημάδι πρώιμης ωριμότητας: Είχα ιεραρχήσει τους στόχους μου.

Επειδή όμως η ωριμότητα ήταν πρώιμη, δεν έκανα ολοκληρωμένη την ευχή. Θα έπρεπε να την έχω συμπληρώσει: «…και θα μπορείς να την συντηρείς». Χωρίσαμε μετά από δύο χρόνια. Το να την αποκτήσω αποδείχθηκε ευκολότερο από το να την συντηρήσω.

Ο μεγάλος –Ελληνικής καταγωγής- μουσικός Herbert von Karajan είχε πει σε μια συνέντευξη του ότι δεν μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου ολοκληρωμένο άντρα αν δεν πληροίς τουλάχιστον τρείς προϋποθέσεις:  α. Να έχεις παίξει ξύλο στο δρόμο για μια γυναίκα, β. Να έχεις χάσει τουλάχιστον μία φορά την περιουσία σου και γ. Να έχεις αποκτήσει μια Ferrari.

Ίσως η δήλωση του να είχε και ένα βαθμό ιδιοτέλειας: Ο ίδιος είχε μια πολύ μεγάλη συλλογή από Ferrari, την οποία απέκτησε αφού είχε χάσει την περιουσία του τουλάχιστον δύο φορές.

Με κάθε ταπεινότητα προς τον von Karajan, θα συμπλήρωνα στα παραπάνω και το να έχεις τουλάχιστον ένα γιό που να οδηγεί μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού. Έχω δύο (γιούς).

Για την πρώτη προϋπόθεση θα ήταν άκομψο να αναφερθώ. Όσον αφορά στη δεύτερη, δεν έχω καταφέρει ακόμα να το διαχειριστώ – μια που πριν  από μένα τόσο οι δύο παππούδες μου όσο και ο πατέρας μου είχαν χάσει την περιουσία τους (άρα εγώ είμαι αυτοδημιούργητα πτωχευμένος) – οπότε μου είναι δύσκολο να αναφερθώ σε αυτό.

Μένει η τρίτη προϋπόθεση, αυτή της Ferrari.

Στα 40 και κάτι την απέκτησα. Την είδα μπροστά μου σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, ο ιδιοκτήτης της είπε ότι την πουλάει, το σκέφτηκα ένα βράδυ (ολόκληρο) και την επόμενη ημέρα ήταν στο όνομά μου.

Γύρναγα στο σπίτι στις 12 το βράδυ μετά από ένα 18ωρο δουλειάς, έμπαινα μέσα της (ακούγεται λίγο σεξουαλικό αυτό;), οδηγούσα μέχρι την Χαλκίδα και γύρναγα. Μετά κοιμόμουν σαν πουλάκι, παρά τους πόνους στο δεξί μου χέρι από τις αλλαγές ταχυτήτων -λόγω του ζόρικου μηχανικού κιβωτίου- και στα πόδια μου από το πεντάλ των φρένων και του συμπλέκτη (με το πεντάλ του γκαζιού ήταν πιο εύκολο).

Κάποιες φορές στα διόδια χρειαζόταν να επιμείνω για να πληρώσω: «Άνθρωπέ μου, μου δίνεις την χαρά να δω ένα τέτοιο αυτοκίνητο και θες να πληρώσεις κιόλας;». Έχω δει ανθρώπους να βγαίνουν μέσα από τζαμαρίες για να προλάβουν να δουν από κοντά το αυτοκίνητο αυτό. Άλλους να πέφτουν από τα πεζοδρόμια. Ένας Κύριος (το κεφαλαίο είναι επίτηδες και όχι από τυπογραφικό λάθος) στην Κηφισιά με άσπρα μαλλιά με σταμάτησε στη μέση του δρόμου για να χειροκροτήσει.  Όχι εμένα, το αυτοκίνητο. Το σύμβολο της αυτοκίνησης. Το δημιούργημα ενός ανθρώπου και μιας γενιάς που βγήκε κατεστραμμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρήκε το κουράγιο να ξεχάσει, να δημιουργήσει, να προχωρήσει, χωρίς συμπλέγματα και αφορισμούς.

Σήμερα, το να οδηγείς μια Ferrari στους δρόμους μιας μισοκατεστραμμένης χώρας, μπορεί να μοιάζει σαν ύβρης. Πρόκληση. Επειδή δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς. Ίσως και επειδή το αυτοκίνητο– ακόμα και μια Ferrari- δεν έχει πλέον την μαγεία που κρύβει το πάθος της δημιουργίας, της αισθητικής, της ελευθερίας που τότε ακόμα συμβόλιζε.  Οποιοδήποτε αυτοκίνητο.  Ίσως και επειδή μας έχουν κάνει να πιστέψουμε –δικαιολογημένα- ότι όσοι έχουν αποκτήσει πολλά χρήματα, το έχουν καταφέρει με ανίερους τρόπους.

Κάθε ταξίδι που έκανα μαζί της ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία. Με αποκορύφωμα την διαδρομή στην νότια Πελοπόννησο  με προορισμό Στούπα και Καρδαμύλη όπου η Γιάννα μου γνώρισε τα μέρη που έζησε ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της. Γυρνώντας, πέσαμε στην κίνηση της εθνικής οδού στα διόδια της Κορίνθου. Μετά από αυτό το σοκ, χρειάστηκε να μείνει (η Ferrari) δύο εβδομάδες στο συνεργείο για να ξαναρυθμιστούν τα τρία διπλά καρμπυρατέρ της.

Τους πρώτους μήνες κράτησα κρυφή την σχέση μας, η οποία ήταν λίγο ενοχική. Το ήξεραν μόνο οι πολύ δικοί μου άνθρωποι, αυτοί δηλαδή που δεν γινόταν να μην το ξέρουν. Όπως οι γιοί μου, που τότε δεν ήταν πάνω από δώδεκα ετών. «Σας αρέσει?» τους ρώτησα την πρώτη μέρα που την πήγα σπίτι. Χοροπήδαγαν, έμπαιναν, έβγαιναν, μου ζήταγαν να «μαρσάρω» για να ακούν τον υπέροχο ήχο της… Και μετά μου είπαν κάτι που ακόμα και σήμερα με πονάει όταν το φέρνω στην μνήμη μου: «Μας αρέσει πολύ, αλλά θα προτιμούσαμε να σε έχουμε στο σπίτι περισσότερο και να μην δουλεύεις όσο χρειάζεται να δουλεύεις για να έχεις ένα τέτοιο αυτοκίνητο».

Σήμερα οδηγώ ένα Polo του 1997 που μου το κρατάει στη ζωή με αλχημείες ο φίλος μου ο Γιάννης. Και είμαι –σίγουρα- καλύτερος πατέρας.

Dimitris Fragkoulis

Ο Δημήτρης Φραγκούλης γεννήθηκε και μεγάλωσε (?) στην Αθήνα. Σπούδασε στο Μόναχο, την Αθήνα και την Βιέννη. Δούλεψε στην Τηλεόραση, τον Κινηματογράφο και τη Διαφήμιση. Μετά έμπλeξε με το Internet. Προσπάθησε να γλυτώσει από αυτό ασχολούμενος με τα τρόφιμα. Καμμία ελπίδα. Έχει τρία παιδιά και δύο σκυλιά.

Αφήστε μια απάντηση