Η πλύστρα, η μπουγάδα, η σκάφη και ο κόπανος, γράφει η Γιάννα

Η πλύστρα, η μπουγάδα, η σκάφη και ο κόπανος, γράφει η Γιάννα

Από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι που μας ήρθαν τα πλυντήρια, οι άνθρωποι είχαν πάντα την ίδια ανάγκη για καθαριότητα στο νοικοκυριό και στα ρούχα.

Στον Όμηρο αναφέρεται ότι όταν βγήκε ο Οδυσσέας στη νήσο των Φαιάκων αντίκρισε «Βασιλοπούλες πλένανε τα ρούχα τους λευκαίνανε«.

Ο Κώστας Κρυστάλλης, ο Έλληνας ποιητής και πεζογράφος της Νέας Αθηναϊκής σχολής έγραψε:

ΤΟ ΜΕΘΥΟ

Κάτω στην άκρη του γιαλού χωριατοπούλες πλέναν
Πλέναν τα ρούχα κι άπλωναν και με τον ήλιο παίζαν.
Φύσηξε ένας κακός Θρακιάς, φύσηξε τραμουντάνα
Και κάποιας ανασήκωσε το γυροφούστανό της
κι εφάνει τα΄άσπρο πόδι της, κατάζωρκο ως το γόνα,
κι έλαμψε ολόγυρα ο γιαλός κι έλαμψε ο κόσμος όλος.
Ο νιος ψαράς που διάβαινε στη άκρη από τη λίμνη
Βλέποντας γόνατο λαμπρό, ζωγραφισμένο πόδι
Μεθάει, χωρίς να πιει κρασί κι από το νου του βγαίνει.


Από τότε μέχρι και σχετικά πρόσφατα που μπήκαν τα υδραγωγεία, οι άνθρωποι πήγαιναν στα ποτάμια και στις λίμνες για να πλύνουν τα ρούχα τους. Απαραίτητα εργαλεία για την πλύση ήταν: Το καζάνι, η σκάφη, το σαπούνι, η αλυσίβα, ο κόπανος, η κοπανίτσα, η δρύμη, η βούρτσα, η αγγλιά. Αγγλιά έλεγαν την νεροκολοκύθα που χρησιμοποιούσαν για να παίρνουν το νερό από το καζάνι.

Η σκάφη συνήθως ήταν ξύλινη. Οι πρώτες σκάφες ήταν κορμοί δέντρων που είχαν πελεκηθεί και είχαν το σχήμα βάρκας. Άλλωστε είναι συνώνυμη η λέξη σκάφη /σκάφος. Αργότερα κατασκευάστηκαν αλουμινένιες και σιδερένιες. Όπως κι αν ήταν είχαν στην εσωτερική επιφάνεια ραβδώσεις για να τρίβονται ή να χτυπιούνται τα ρούχα.

Κακαβολίθι λέγανε το μέρος που η κάθε μία νοικοκυρά τοποθετούσε το δικό της καζάνι στο οποίο ζέσταιναν το νερό. Πάνω στο καζάνι είχαν δύο ξύλα που στήριζαν ένα μικρό τσουβαλάκι με στάχτη. Έριχναν νερό και το καταστάλαγμα που έσταζε μέσα ήταν η δρυμή. Το νερό που είχε δρυμή το έλεγαν και αλυσίβα. Η κοπανίτσα ήταν μία πλάκα πέτρινη ή μαρμαρένια για να χτυπούν εκεί πάνω τα ρούχα που είχαν σαπουνίσει. Το χτύπημα γινόταν με τον κόπανο.

 

Ήταν ωραίο θέαμα οι πολλές γυναίκες να χτυπούν τους κόπανους πάνω στις κοπανιστές. Ο υπόκωφος ήχος του κόπανου, το τραγούδι και το κουτσομπολιό δεν σταματούσαν αν δεν τελείωνε το πλύσιμο. Το στέγνωμα των ρούχων γινόταν πάνω σε κλαδιά ή σε σχοινιά δεμένα στα δέντρα.

Το δημοτικό τραγούδι που ακολουθεί περιγράφει ολόκληρη τη σκηνή του πλυσίματος στο ποτάμι.

Μάνα μ΄ μια κόρη που είδα εγώ,
στον ποταμό να πλένει
μα είχε ασημένιο κόπανο
και πλάκα μαρμαρένια
πώς να ‘κανα να φίλαγα
στο στόμα και στα χείλη

Το πλύσιμο στο χωριού ήταν σωστός ξεσηκωμός. Μπροστά η μάνα να πηγαίνει φορτωμένη το καζάνι και τα ρούχα. Πίσω τα πιτσιρίκια να τραβούν τις γίδες και να κουβαλούν τα ξύλα και τα υπόλοιπα σύνεργα.

 

 

 

 

Το σιδέρωμα γινόταν με το σίδερο που δούλευε με κάρβουνα. Χαρακτηριστικό επίσης είναι και τούτο το ποίημα που έγραψα πριν αρκετά χρόνια για την προσωπική μου ταλαιπωρία:

 

Πλένει η μάνα στο ποτάμι
κι ο αγέρας δυνατά
της την άρπαξε την πάνα
και την πήγε στα βαθιά.
τρέχει η μάνα να την πιάσει
που τη βρήκε το κακό
από πίσω είχα φτάσει
και για λίγο να πνιγώ

Στα πλούσια σπίτια για να μην κουράζονται οι κυρίες έπαιρναν και μία και δύο πλύστρες. Αυτές ήταν γυναίκες φτωχότερων οικογενειών που έκαναν αυτή τη δουλειά. Πήγαιναν από το πρωί κι έφευγαν το βράδυ. Κουβαλούσαν κοντά και τα πιτσιρίκια τους, εάν επέτρεπε η αφεντικίνα.

Επειδή τότε δεν υπήρχαν υπόνομοι και οι βόθροι σπάνιζαν, τα λεγόμενα μπουγαδόνερα χύνονταν στους δρόμους. Έτσι στις φτωχότερες γειτονιές η βρώμα των στάσιμων νερών ήταν ανυπόφορη.

Το πλύσιμο το έλεγαν και μπουγάδα. Τούτο το τραγούδι που λέγαμε πιτσιρίκια τα λέει όλα για την απρόκοπη και τεμπέλα νοικοκυρά.

Τη Δευτέρα βάζει πλύση
Και την Τρίτη τα απλώνει
Την Τετάρτη τα στεγνώνει
Και την Πέμπτη τα μαζεύει
Την Παρασκευή μπαλώνει
Το Σαββάτο σιδερώνει
Και την Κυριακή αλλάζει
Πωπωπώ τι ψόφο πώχει …Παναϊτσα μου!

Οι πλύστρες λοιπόν με το επάγγελμα τους έζησαν πολλές γενιές και οι θέλοντες να πειράξουν κάποιον που έγινε σπουδαίος έλεγαν: Αυτός είναι της πλύστρας ο γιος που’χε πολλά…σκάφη.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Παραδοσιακά Επαγγέλματα και Συνήθειες» Κώστας Γ. Μπαλαφούτης

Φωγραφίες: Λαογραφικό Μουσείο Γιάλοβας.


Παραδοσιακά Επαγγέλματα που χάνονται

 

Gianna Balafouti

Η Γιάννα γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε γραφιστική επικοινωνία. Εργάστηκε 12 χρόνια στο μάρκετινγκ νεών τεχνολογιών και τα τελευταία 10 χρόνια παράγει καινοτόμα εδέσματα. Διδάσκει "Μαγειρικό Κόνσεπτ και Δημιουργία Προϊόντος" στο Μητροπολιτικό κολλέγιο. Ο κόσμος της κινείται συνεχώς γύρω από τη μονάκριβη Νεφέλη.

Αφήστε μια απάντηση