Ένας απλός οινόφιλος – ένας οινοδίφης, γράφει ο Δημήτρης.

Ένας απλός οινόφιλος – ένας οινοδίφης, γράφει ο Δημήτρης.

Οφείλω ένα μεγάλο συγνώμη στο κρασί. Ξόδεψα πολλά χρόνια από την αλκοολοφιλική μου ζωή πίνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από κρασί. Ακόμα και με το φαγητό προτιμούσα μια Vodka με πάγο. Εκτός φαγητού απλά την έπινα παγωμένη. Εδώ και χρόνια όμως είμαι οινόφιλος. Ένας απλός οινόφιλος. Έως και οινοδίφης (νόμιζα ότι εγώ ανακάλυψα αυτό τον όρο, αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη και απογοήτευση, διαπίστωσα ότι τον είχε χρησιμοποιήσει πρώτος ο Αριστοτέλης πριν από σχεδόν 2,5 χιλιάδες χρόνια).

Βέβαια, η ευθύνη δεν ήταν μόνο δική μου (το γνωστό κόλπο: Πρώτα ζητάς συγνώμη, μετά αποδομείς το πρόβλημα και στο τέλος μεταθέτεις την ευθύνη. Έτσι, αφού έχεις κερδίσει την συμπάθεια μέσω της συγνώμης,  ενοχοποιείς τελικά αυτόν από τον οποίο ζήτησες συγνώμη).

Την εποχή που ξεκίνησε η σχέση μου με το αλκοόλ, το κρασί δεν έχαιρε και μεγάλης εκτίμησης. Το Ελληνικό κρασί ειδικά και γενικά το κρασί ως αλκοολούχο ποτό συνοδευτικό των  στιγμών διασκέδασης των νέων της εποχής. Όπως μου είχε πει κάποτε ένας γνωστός οινοποιός, όταν με είδε σε ένα εορταστικό δείπνο να πίνω vodka, «η ευθύνη είναι δική μας (δική τους δηλαδή) γιατί δεν μπορέσαμε να κάνουμε το κρασί μόδα στους νέους».

Δεν ήταν βέβαια μόνο στη μόδα το πρόβλημα: Κατά γενική ομολογία, ελάχιστοι Έλληνες οινοποιοί ασχολιόντουσαν σοβαρά με αυτό που έφτιαχναν. Η επαφή του μέσου Έλληνα με το κρασί περιοριζόταν μοιραία και αναπόφευκτα στο χύμα. Το όποιο χύμα. Το οποίο φυσικά πινόταν στο γνωστό «ταβερνιάρικο» ποτήρι.

Έχω βιώσει (και επιβιώσει) περιστατικό όπου καλεσμένος μου σε δείπνο έφερε το «δικό του» χύμα κρασί απροσδιορίστου χρώματος, κάτι σαν αυτό του σάπιου μήλου, στην γνωστή τότε γκρι πλαστική «νταμτζάνα» (το –ι- δεν προφερόταν συνήθως, λες και η αποφυγή της εκφοράς του θα έδινε ακόμα πιο ποιοτικό χαρακτήρα στο κρασί). Ευχαρίστησα ευγενικά – ως όφειλα- αλλά σερβίρισα στα κατάλληλα ποτήρια το εμφιαλωμένο κόκκινο κρασί ποικιλίας Ξινόμαυρο που είχα προμηθευτεί ειδικά για το δείπνο. Μετά την πρώτη γουλιά, ο καλεσμένος μου ανερυθρίαστα είπε: «Δεν φέρνεις από το καλό που έφερα εγώ, γιατί αυτή την μ@λ@κία εγώ δεν την πίνω». Φυσικά, του έφερα και το ανάλογο νεροπότηρο να απολαύσει το «καλό» του κρασί.

Το περιστατικό αυτό συνέβη αρκετά χρόνια πριν, όταν είχε αρχίσει ήδη η μετάβαση μου από την vodka (και τα παρόμοια ποτά) στο κρασί. Ευτυχώς, δεν στάθηκε αρκετό σαν συμβάν ώστε να μου ανακόψει την πορεία προς τον μαγευτικό κόσμο του κρασιού.

Γενικότερα, από την εποχή της «νταμτζάνας» έχει κυλίσει πολύς μούστος στα βαρέλια. Οι Έλληνες οινοπαραγωγοί άρχισαν να ασχολούνται σοβαρά όχι μόνο με το σταφύλι αλλά και με τις οινοποιητικές μεθόδους. Ξεκινώντας από γνωστές ξένες ποικιλίες σταφυλιών, όπως το cabernet, το merlot ή το chardonnay, δοκίμασαν, πειραματίστηκαν, έμαθαν, τόλμησαν. Η χρήση ξένων ποικιλιών, ήταν και ένα είδος φροντιστηρίου: Αφού υπήρχαν συγκρίσιμα στοιχεία με ξένα κρασιά των αντίστοιχων ποικιλιών, ήταν πιο εύκολο να βγάλουν συμπεράσματα για τις μεθόδους καλλιέργειας και οινοποίησης.

Μετά, άρχισε η άνοιξη του πραγματικού Ελληνικού κρασιού. Οι οινοποιοί μας – και μαζί τους εμείς οι καταναλωτές – αποκάλυψαν τις πραγματικές δυνατότητες των ήδη γνωστών Ελληνικών ποικιλιών, όπως για παράδειγμα το Αγιωργίτικο, Ξινόμαυρο, Σαββατιανό, Αθήρι, Ασύρτικο, Μαλαγουζιά κλπ.

Οι πιο τολμηροί προχώρησαν ακόμα περισσότερο: Έψαξαν τις παλιές, ξεχασμένες ποικιλίες, έκαναν δοκιμές, έρευνες, επενδύσεις – είμαι σίγουρος ότι κάποιοι από αυτούς ρίσκαραν μέχρι και τον οικονομικό τους αφανισμό- και ανέδειξαν κρασιά μοναδικά και υπέροχα. Η Κυδωνίτσα, η Σκλάβα, η Μαυροκουντούρα, το Μαυροτράγανο – ενδεικτικά και μόνο – είναι κάποιες από αυτές.  Υπάρχουν κρασιά από Ελληνικές ποικιλίες , όπως το Μαλβάζια ή Μονεμβάσιο που κυριαρχούσαν επί αιώνες στον Ευρωπαϊκό χώρο και εξαφανίστηκαν κυρίως λόγω της Οθωμανικής εισβολής και κατοχής τεσσάρων αιώνων.  Και ευτυχώς υπάρχουν σήμερα οινοποιοί που σχεδόν ηρωικά έχουν ξαναβάλει αυτά τα κρασιά στο ποτήρι μας. Υπάρχουν – απ’ ότι διαβάζω σε άρθρα ειδικών- πάνω από 200 Ελληνικές ποικιλίες σταφυλιών που είναι κατάλληλες για οινοποίηση.  Τα περισσότερα κρασιά μας βασίζονται σε λιγότερες από το 20% των ποικιλιών αυτών.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το Ελληνικό terroir δεν μπορεί να βγάλει πραγματικά μεγάλα κρασιά. Οι γνώσεις μου δεν επαρκούν για να το κρίνω. Απλά σκέφτομαι ότι μια που το terroir δεν είναι μόνο το μικροκλίμα, το υπέδαφος, η ποικιλία αλλά και οι πρακτικές που ακολουθούνται από το φύτεμα του αμπελιού μέχρι την εμφιάλωση και την φύλαξη, ίσως να χρειαζόμαστε λίγο χρόνο ακόμα. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι αρχαιολογικά ευρήματα έχουν καταδείξει ότι πρώτοι οι αρχαίοι μας πρόγονοι σφράγιζαν τους αμφορείς του παραγόμενου κρασιού τους με διαφορετικές σφραγίδες, ανάλογα με την περιοχή προέλευσης του κρασιού. Είχαν δηλαδή αντιληφθεί την έννοια του terroir πολύ πριν οι Γάλλοι οινοποιοί καθιερώσουν τον όρο.

Κάποιοι επίσης ισχυρίζονται ότι τα Ελληνικά κρασιά είναι ακριβά σε σχέση με αντίστοιχης ποιότητας ξένα κρασιά. Ποιος όμως μπορεί να κοστολογήσει τον αγώνα και την δουλειά των οινοποιών μας και μάλιστα συγκρίνοντας την με την αντίστοιχη προσπάθεια οινοποιών από άλλες χώρες, ειδικά αυτών από χώρες που όχι μόνο έχουν συνέχεια στην παράδοση της οινοποίησης αλλά και στήριξη από το κράτος, γνώση και γνώση από το δικό τους καταναλωτικό κοινό.

Απολαμβάνω το κρασί και μου αρέσει να δοκιμάζω διάφορες Ελληνικές ποικιλίες από διαφορετικούς Έλληνες παραγωγούς. Μια που δεν είμαι ειδικός, η ιστορία του κάθε παραγωγού και της εκάστοτε ποικιλίας επηρεάζει σημαντικά την άποψη μου για το κρασί που γεύομαι. Άλλωστε, δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλο ποτό πέρα από το κρασί (όχι μόνο το Ελληνικό κρασί) που να προσφέρει τέτοια πολυεπίπεδη εμπειρία, όχι μόνο γευστική.

Τελικά, ίσως αυτός ο οικογενειακός φίλος που έλεγε ότι χρειαζόταν να κάνουμε την κατανάλωση κρασιού μόδα, να μην είχε δίκιο. Έφτανε απλά να αναδείξουν οι οινοποιοί μας τις μαγευτικές ιδιότητες του κρασιού.

Φωτογραφία: Malvasia Wines

Dimitris Fragkoulis

Ο Δημήτρης Φραγκούλης γεννήθηκε και μεγάλωσε (?) στην Αθήνα. Σπούδασε στο Μόναχο, την Αθήνα και την Βιέννη. Δούλεψε στην Τηλεόραση, τον Κινηματογράφο και τη Διαφήμιση. Μετά έμπλeξε με το Internet. Προσπάθησε να γλυτώσει από αυτό ασχολούμενος με τα τρόφιμα. Καμμία ελπίδα. Έχει τρία παιδιά και δύο σκυλιά.

Αφήστε μια απάντηση